Ενώ η γενοκτονία στη Γάζα συνεχίζεται, οι πρόσφατες αποφάσεις της κυβέρνησης του κράτους απαρτχάιντ του Ισραήλ συνιστούν μια ιστορική τομή κλιμάκωσης της κατοχής στη Δυτική Όχθη, μετατρέποντας την πολιτιστική κληρονομιά σε θεσμικό εργαλείο προσάρτησης.

Με αποφάσεις που εγκρίθηκαν στις 8 Φεβρουαρίου 2026, το ισραηλινό υπουργικό συμβούλιο εξουσιοδότησε την επέκταση «εποπτείας και επιβολής» ακόμη και στις Περιοχές Α και Β, ακυρώνοντας στην πράξη την παλαιστινιακή δικαιοδοσία σε αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και ιερούς τόπους. Πρόκειται για μια δραματική ανατροπή της νομικής και πολιτικής πραγματικότητας.

Παράλληλα, η προώθηση του νέου νομοσχεδίου για τη δημιουργία ισραηλινής Αρχής Αρχαιοτήτων στη Δυτική Όχθη σηματοδοτεί ένα άνευ προηγουμένου βήμα άμεσης εφαρμογής του ισραηλινού δικαίου σε κατεχόμενο έδαφος. Το νομοσχέδιο παρακάμπτει τη στρατιωτική διοίκηση και μεταφέρει όλες τις αρμοδιότητες σε μια πολιτική, ισραηλινή αρχή, ανοίγοντας τον δρόμο για απαλλοτριώσεις, ανασκαφές και «ανάπτυξη» βαθιά μέσα σε περιοχές που, βάσει των Συμφωνιών του Όσλο, υπάγονται στην Παλαιστινιακή Αρχή. Η εξέλιξη αυτή αποδομεί πλήρως το ήδη εύθραυστο πλαίσιο του Όσλο και απογυμνώνει πλήρως κάθε προσχηματική επίκληση για μια λύση δύο κρατών.

Η περίπτωση της Σεβάστειας αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής. Η μαζική απαλλοτρίωση του αρχαιολογικού χώρου, η μεγαλύτερη από το 1967, και η ένταξή του σε ένα ευρύτερο σχέδιο «εβραϊκής πολιτιστικής ανάπτυξης», χρηματοδοτούμενο με εκατοντάδες εκατομμύρια σέκελ, αποκαλύπτουν ότι η αρχαιολογία δεν χρησιμοποιείται για προστασία αλλά για εκτοπισμό. Η περίφραξη, οι παρακαμπτήριοι δρόμοι, οι ελεγχόμενες είσοδοι και οι στρατιωτικές υποδομές απειλούν να αποκόψουν τον χώρο από την παλαιστινιακή κοινότητα που ζει από αυτόν εδώ και γενιές, μετατρέποντας μια ζωντανή πόλη σε αποστειρωμένο τουριστικό αφήγημα εποίκων.

Ταυτόχρονα, οι αποφάσεις για τη μεταφορά πολεοδομικών και διοικητικών αρμοδιοτήτων σε εμβληματικούς ιερούς τόπους, όπως το Τέμενος Ιμπραχίμι/Σπήλαιο των Πατριαρχών στη Χεβρώνα και ο Τάφος της Ραχήλ στη Βηθλεέμ, συνιστούν στοχευμένη διάλυση του ιστορικού status quo. Η μόνιμη αφαίρεση αρμοδιοτήτων από παλαιστινιακούς και θρησκευτικούς θεσμούς παραβιάζει κατάφωρα τη Σύμβαση Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO και εντείνει τους φόβους για παρόμοιες παρεμβάσεις και σε άλλους ευαίσθητους ιερούς χώρους, όπως το Χαράμ αλ-Σαρίφ/Όρος του Ναού στην Ιερουσαλήμ.

Όταν Ισραηλινοί αξιωματούχοι μιλούν χωρίς περιστροφές για «κατάκτηση» και για κυριαρχία που ασκείται με πράξεις και όχι με λόγια, καθίσταται σαφές ότι ο στόχος είναι η εδραίωση μόνιμης ισραηλινής κυριαρχίας. Η πολιτιστική κληρονομιά, αντί να αντιμετωπίζεται ως κοινή ιστορική παρακαταθήκη, εργαλειοποιείται για την εθνική και θρησκευτική οικειοποίηση του χώρου και για τη νομιμοποίηση της εδαφικής επέκτασης.

Η συνδυασμένη προώθηση του νομοσχεδίου, το πρόγραμμα μαζικής «ανάπτυξης εβραϊκών χώρων κληρονομιάς» και οι μυστικές αποφάσεις του υπουργικού συμβουλίου σηματοδοτούν μια ποιοτικά νέα φάση: τη μετατροπή της αρχαιολογίας σε όπλο πολιτιστικής εκκαθάρισης και προσάρτησης. Η εξέλιξη αυτή δεν παραβιάζει μόνο τις Συμφωνίες του Όσλο, αλλά και τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου, υπονομεύοντας τη ζωή, την ταυτότητα και το μέλλον ολόκληρων παλαιστινιακών κοινοτήτων.

Απέναντι σε αυτή τη μεθοδική εργαλειοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, το κράτος του Ισραήλ οφείλει να σταματήσει άμεσα τις πρακτικές απαλλοτρίωσης, εκτοπισμού και επιβολής κυριαρχίας μέσω της αρχαιολογίας.

Η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να συνεχίσει να παρακολουθεί παθητικά: οφείλει να καταδικάσει απερίφραστα τις αποφάσεις αυτές, να απαιτήσει την ακύρωση του νομοσχεδίου και να λάβει ουσιαστικά μέτρα προστασίας των παλαιστινιακών κοινοτήτων και της πολιτιστικής τους κληρονομιάς.

Ιδιαίτερη ευθύνη φέρουν και τα κράτη που διατηρούν πολιτιστικές και θεσμικές συνεργασίες με το ισραηλινό Υπουργείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Το Υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας οφείλει να διακόψει κάθε μορφή συνεργασίας, που νομιμοποιεί ή συγκαλύπτει πολιτικές κατοχής, προσάρτησης και παραβίασης διεθνών συμβάσεων. Η πολιτιστική διπλωματία δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η αρχαιολογία δεν είναι ουδέτερη όταν χρησιμοποιείται για τον αποκλεισμό, τον εκτοπισμό και τη διάλυση ολόκληρων κοινοτήτων. Η υπεράσπιση της Σεβάστειας, της Χεβρώνας και κάθε παλαιστινιακού τόπου πολιτιστικής μνήμης είναι αγώνας για δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και το δικαίωμα των λαών να παραμένουν στον τόπο τους όχι ως μουσειακά εκθέματα, αλλά ως ζωντανές κοινότητες.

Όχι στην προσάρτηση μέσω των αρχαιοτήτων! Λευτεριά στην Παλαιστίνη!

Κατηγορίες: ΑνακοινώσειςΕτικέτες:

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Διαδώστε το

Περισσότερα άρθρα στην κατηγορία: Ανακοινώσεις