Β΄ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΕΚΤΑΚΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΩΝ
ΑΘΗΝΑ, 7-8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2026
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
(ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 50, ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ «ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΡΙΤΣΗΣ»)
ΣΑΒΒΑΤΟ
09:00-10:00 (συντονίζει η Δήμητρα Αντωνίου, αρχαιολόγος)
Χαιρετισμοί εκπροσώπων σωματείων Πολιτισμού
Α΄ Θεματική -Η Σωστική Αρχαιολογία σήμερα- (συντονίζει η Δήμητρα Αντωνίου, αρχαιολόγος)
10:00 Βενέδικτος Λανάρας (αρχαιολόγος – εκπαιδευτικός) «Το ημερολόγιο της ανασκαφής τήρησε ο αρχαιολόγος Γ.Χ.»: Οι έκτακτοι αρχαιολόγοι μέσα από τις αναφορές του Αρχαιολογικού Δελτίου (1975-2015)
Μόλις τα τελευταία χρόνια, έχουν δημοσιευτεί έρευνες και άρθρα που αφορούν το εργασιακό καθεστώς και τα ποικίλα προβλήματα των έκτακτων αρχαιολόγων στην Ελλάδα. Οι μελέτες αυτές έχουν γίνει κατά κύριο λόγο από τους ίδιους τους έκτακτους αρχαιολόγους οι οποίοι βιώνουν την ιδιαίτερη αυτή εργασιακή πραγματικότητα. Επιδιώκοντας να συμβάλουμε περαιτέρω πάνω σε αυτό το ερευνητικό πεδίο θα ασχοληθούμε με τον ρόλο των έκτακτων αρχαιολόγων όπως αυτός αποτυπώνεται στις αναφορές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και συγκεκριμένα στο επίσημο περιοδικό της, το Αρχαιολογικό Δελτίο.
Μέσα από επιλεγμένα, με τυχαιοποιημένο, ανά πενταετία, τρόπο, Χρονικά των Αρχαιολογικών Δελτίων (των ετών 1975-2015), εντοπίζονται οι αναφορές στους έκτακτους αρχαιολόγους, ενώ στη συνέχεια γίνεται προσπάθεια να ανιχνευτούν οι ιδιότητες και οι αρμοδιότητες των εργαζομένων αυτών, όπως αυτές περιγράφονται. Διερευνάται επίσης, με ποιον τρόπο και σε ποιον βαθμό καταγράφεται η συμβολή του έκτακτου αρχαιολόγου στην έρευνα και ακόμη εάν σημειώνεται κάποια διαφοροποίηση μέσα στο διάστημα των τεσσάρων αυτών δεκαετιών. Τα δεδομένα αναλύονται και ερμηνεύονται με σκοπό να φωτιστεί ακόμη περισσότερο η ιδιότητά του έκτακτου αρχαιολόγου, το έργο που παράγει, η σχέση του με την Αρχαιολογική Υπηρεσία και η συμβολή του στην αρχαιολογική διαδικασία εν γένει.
10:15 Χρήστος Ν. Μηλιώνης (αρχαιολόγος) «Υπερσυμβασιούχοι»
Η υπό υποβολή ανακοίνωση αποσκοπεί στο να καταδείξει σε όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό την ύπαρξη μιας ομάδας συμβασιούχων που σπούδασε και ξεκίνησε να εργάζεται σε μια πολύ συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Οι άνθρωποι αυτοί, λόγω (και) μιας σύνθετης αλληλουχίας ιστορικών και κοινωνικών ζυμώσεων, βρίσκονται πλέον σε μια ιδιαίτερη θέση στους διαδρόμους του εργασιακού στίβου: έχουν καταλήξει να διαθέτουν πολύ μεγάλη εργασιακή εμπειρία που συνδυάζεται με μια υπερπληθώρα τόσο τυπικών όσο και ουσιαστικών προσόντων, ωστόσο παραμένουν υπό καθεστώς διαρκούς εργασιακής επισφάλειας και αποτελούν πλέον μια υποκατηγορία από μόνοι τους, αυτή των «υπερσυμβασιούχων». Δεδομένου ότι οι προηγούμενες γενιές συμβασιούχων είχαν αρκετά διαφορετικά βιώματα και οι επόμενες δίνουν εν γένει διαφορετική βαρύτητα στην επαγγελματική τους αποκατάσταση (όπως αναφέρεται στον διεθνή Τύπο), τι ακριβώς συμβολίζει η ύπαρξη των «υπερσυμβασιούχων» στο χώρο της ελληνικής αρχαιολογίας; Αποτελούν σποραδικό φαινόμενο, απλή ιδιαιτερότητα ή ένα σημάδι των καιρών που δεν θα πρέπει να αγνοηθεί;
10:30 Ελένη Βασιλιά (αρχαιολόγος), Μαρία Κοκκοσάλη (αρχαιολόγος), Γιάννης Έρης (αρχαιολόγος), Νένα Χατζηθεοδωρίδου (αρχαιολόγος), Καλλιόπη Γίδη (αρχαιολόγος), Η σχέση της αρχαιολογικής επιστήμης με την αγορά εργασίας υπό το πρίσμα της απαξίωσης των ανθρωπιστικών επιστημών
Η παρούσα ανακοίνωση έχει στόχο να εξετάσει την υποβάθμιση του πτυχίου της Αρχαιολογίας που συντελείται την τελευταία δεκαετία, στο πλαίσιο της συνολικότερης εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης της παιδείας. Θα επιχειρηθεί να χαρτογραφηθεί το ιστορικό αλλαγών και η μείωση των διδασκόμενων μαθημάτων στα προγράμματα σπουδών των αρχαιολογικών τμημάτων, η δραματική αύξηση στα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών που είναι επί πληρωμή, η εμφάνιση πανάκριβων σεμιναρίων που αποκόπτονται από το πτυχίο για να διδάσκονται στα ΚΕΔΙΒΙΜ, η σχεδόν παντελής απουσία ερευνητικών προγραμμάτων, αλλά και οι περικοπές στις διδακτικές έδρες από κοινού με την υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ.
Συνολικά παρατηρείται μία ραγδαία πτώση της ποιότητας του περιεχομένου σπουδών, κάτι που αποτελεί μία ξεκάθαρη πολιτική επιλογή με αμφίβολα κίνητρα. Οι αλλαγές στοχεύουν στην λεγόμενη σύνδεση του πτυχίου με την αγορά εργασίας, όχι όμως με γνώμονα τις δυνατότητες και την εξυπηρέτηση των σύγχρονων αναγκών της αρχαιολογικής έρευνας. Έτσι, θα λέγαμε πως οι σχολές μεταμορφώνονται σε βιομηχανίες πιστοποιητικών και η διδασκαλία της αρχαιολογικής επιστήμης απογυμνώνεται από το ουσιαστικό περιεχόμενό της και μετατρέπεται σε ακόμη ένα ακριβό προϊόν πολυτελείας. Ταυτόχρονα η λήψη του πτυχίου δεν καθίσταται αρκετή για την εύρεση εργασίας, καθώς συνεχώς αυξάνονται τα πιστοποιητικά που πρέπει να έχει ένας αρχαιολόγος, την ίδια στιγμή που στις προκηρύξεις μπαίνουν περισσότερες εξειδικεύσεις και προαπαιτούμενα.
Κατά την άποψή μας, το φαινόμενο αποτελεί κομμάτι μίας γενικευμένης τάσης απαξίωσης των ανθρωπιστικών επιστημών παγκοσμίως ως σημείο των καιρών και αποτέλεσμα συγκεκριμένων αιτιών. Ωστόσο, αυτό που αναδεικνύεται διαχρονικά είναι ότι μόνο μέσα από τη μελέτη για την κατανόηση της κοινωνικής εξέλιξης μπορούμε να αποκτήσουμε τα εργαλεία για την κοινωνική πρόοδο και ευημερία και να κατακτήσουμε το μέλλον. Ακριβώς εκεί βρίσκεται και η αξία των κοινωνικών επιστημών εν γένει, τις οποίες υπηρετούμε και εμείς ως αρχαιολόγοι.
10:45 Κλέα Δαραβίγκα (αρχαιολόγος – εκπαιδευτικός), Μία ιδέα για το πώς γίναμε «έκτακτοι»
Η ανακοίνωση εστιάζει στη διαδικασία συγκρότησης του «έκτακτου αρχαιολόγου» μέσα από την θεωρία των δύο αντίρροπων δυνάμεων της ελληνικής αρχαιολογίας (ιδέα/κέρδος). Πώς διαμορφώθηκαν τα όρια μεταξύ μόνιμου και έκτακτου προσωπικού; Με ποιον τρόπο οι ιδεολογικές καταβολές της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και οι μεταβολές της κρατικής στρατηγικής επηρέασαν τη δημιουργία και τη διεύρυνση αυτής της κατηγορίας αρχαιολόγων; Και πώς συνδέεται η διαχρονική παρουσία των εκτάκτων με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες της αρχαιολογικής παραγωγής, αλλά και με τις σχέσεις εξουσίας και τις ιεραρχίες στο εσωτερικό της; Η διερεύνηση αυτών των ερωτημάτων επιχειρεί να φωτίσει τις συνθήκες μέσα από τις οποίες οι «βοηθοί», «γραφείς», «επόπτες» και, κυρίως, οι «επιμελητές αρχαιοτήτων», του 19ου και 20ου αιώνα, μετατράπηκαν στους έκτακτους αρχαιολόγους του 21ου. Όχι μόνο για λόγους θεωρητικής ανάλυσης και τεκμηρίωσης, αλλά κυρίως σαν μία αφετηρία χειραφετικής θεμελίωσης.
11:00 Γιάννης Σταυριδόπουλος (αρχαιολόγος, ανεξάρτητος ερευνητής), Οι έκτακτοι αρχαιολόγοι στη σωστική αρχαιολογία της Ευρώπης: εργασιακές πρακτικές και συνθήκες απασχόλησης μέσα από επιλεγμένες χώρες-μελέτες περίπτωσης
Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης για τις οποίες υπάρχει σχετική δημοσιευμένη βιβλιογραφία, η λεγόμενη σωστική αρχαιολογία διενεργείται από έκτακτο επιστημονικό και εργατοτεχνικό προσωπικό, συνήθως υπό την εποπτεία δημόσιων φορέων, η οποία ποικίλλει από ιδιαίτερα στενή έως περισσότερο χαλαρή. Σε πολλές χώρες, οι έκτακτοι αρχαιολόγοι αποτελούν διακριτή κατηγορία εργαζομένων, διαφορετική από εκείνη των ακαδημαϊκών και των μόνιμων αρχαιολόγων του δημόσιου τομέα, με ιδιαίτερες εργασιακές συνθήκες, διαφορετικά προβλήματα και διακριτές συλλογικές διεκδικήσεις. Τα μοντέλα οργάνωσης της σωστικής αρχαιολογίας και, κατ’ επέκταση, οι όροι εργασίας των έκτακτων αρχαιολόγων παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και κοινά χαρακτηριστικά, ενώ εξελίσσονται διαρκώς. Κοινό γνώρισμα των περισσότερων αποτελεί η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, άλλοτε περιορισμένη και άλλοτε κυρίαρχη.
Στην Ελλάδα, μολονότι τα τελευταία χρόνια επιμέρους τομείς της διαχείρισης μουσείων και αρχαιολογικών χώρων έχουν παραχωρηθεί σε ιδιώτες, στον τομέα των σωστικών ανασκαφών το Υπουργείο Πολιτισμού, οι Ξένες Αρχαιολογικές Σχολές και τα πανεπιστήμια εξακολουθούν να αποτελούν, σύμφωνα με την ελληνική αρχαιολογική νομοθεσία, τους μόνους φορείς που μπορούν να διενεργούν ανασκαφικές έρευνες. Το μοντέλο αυτό δέχεται κριτική από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού αλλά και από μέλη της αρχαιολογικής κοινότητας. Αν και δεν προβάλλεται συνολικά ως πρότυπο κάποιο ευρωπαϊκό μοντέλο, επιμέρους χαρακτηριστικά τους προτείνονται ως θετικά παραδείγματα για την ελληνική περίπτωση.
Η ανακοίνωση, βασισμένη στη συγκριτική μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας, εξετάζει διαφορετικά μοντέλα οργάνωσης της σωστικής αρχαιολογίας στην Ευρώπη και αξιολογεί τις επιπτώσεις τους στις εργασιακές σχέσεις, στην επιστημονική παραγωγή και στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ειδικότερα, διερευνά τα μοντέλα που επικρατούν στην Ευρώπη και τον τρόπο που αυτά επηρεάζουν τις εργασιακές συνθήκες των έκτακτων αρχαιολόγων αλλά και ποιότητα και την παραγωγή του επιστημονικού έργου. Η συγκριτική εξέταση των ευρωπαϊκών μοντέλων φιλοδοξεί να συμβάλει στον τεκμηριωμένο διάλογο για το μέλλον της σωστικής αρχαιολογίας και τη θέση των έκτακτων αρχαιολόγων στην Ελλάδα.
11:15 Συζήτηση
11:30-12:00 σύντομο διάλειμμα
Α΄ Θεματική -Η Σωστική Αρχαιολογία σήμερα- (συντονίζει η Χρύσα Μπελέκου, αρχαιολόγος – μουσειολόγος)
12:00 Μαρία Τσονοπούλου (αρχαιολόγος), Στεφανία Μαυρωνά (αρχαιολόγος), Σωστική Αρχαιολογία: Ιστορία, νομικό πλαίσιο και μεθοδολογία στην Ελλάδα του σήμερα
Η συγκεκριμένη πρόταση επιχειρεί να παρουσιάσει το ιστορικό, νομικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της σωστικής ανασκαφικής έρευνας, η οποία αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία των ανασκαφών, που διεξάγονται στην ελληνική επικράτεια τα τελευταία χρόνια. Η σωστική αρχαιολογία στην Ελλάδα αποτελεί σήμερα τον κύριο όγκο της αρχαιολογικής δραστηριότητας, καθώς διεξάγεται αναγκαστικά πριν από κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό τεχνικό έργο. Η μέριμνα για τις αρχαιότητες ξεκινά από πολύ νωρίς. Ήδη κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας το 1821 λαμβάνονται τα πρώτα προστατευτικά μέτρα, ενώ ο πρώτος αρχαιολογικός νόμος θεσπίζεται το 1834 επί της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Βεβαία ο όρος «σωστική αρχαιολογία» καθιερώθηκε διεθνώς (Rescue Archaeology) πολύ αργότερα, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, όταν η ραγδαία αστική ανάπτυξη και η εκβιομηχάνιση κατέστησαν τη σωστική έρευνα επιτακτική ανάγκη. Στην πατρίδα μας την τελευταία τριακονταετία πραγματοποιήθηκαν μεγάλα έργα υποδομής, όπως το Μετρό στην Αθήνα και η Εγνατία Οδός στη Βόρεια Ελλάδα, που οδήγησαν σε εκτεταμένες ανασκαφές και αποτέλεσαν σταθμό στην ιστορία της σωστικής έρευνας. Το νομικό πλαίσιο (και) της σωστικής αρχαιολογίας βασίζεται στο Ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς», όπως, επίσης και στο νόμο 4858/2021, ο οποίος αναφέρεται πιο εξειδικευμένα στο θέμα της σωστικής έρευνας (άρθρο 37). Η μεθοδολογία της σωστικής αρχαιολογίας διαφέρει σε πολλά κομβικά σημεία από αυτήν της συστηματικής. Οι βασικές διαφορές έχουν να κάνουν με την πίεση του χρόνου, με τον περιορισμό του χώρου και τον σκοπό διεξαγωγής της κάθε έρευνας.
12:15 Μαγδαλίνα Φέκου (αρχαιολόγος – υποψήφια Διδάκτωρ Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Από τη σωστική ανασκαφή στην παραγωγή αρχαιολογικής γνώσης: η μετανασκαφική επεξεργασία του νεκροταφείου Αναργύρων Φλώρινας, από την μέση έως την ύστερη βυζαντινή περίοδο
Η επιστημονική αξιοποίηση εκτεταμένων σωστικών ανασκαφών δεν ολοκληρώνεται με την αποκάλυψη των αρχαιολογικών καταλοίπων, αλλά προϋποθέτει μια σύνθετη διαδικασία μεταανασκαφικής επεξεργασίας, κατά την οποία το αποσπασματικό ανασκαφικό αρχείο μετατρέπεται σε ερμηνεύσιμο ερευνητικό υλικό. Παρά τη σημασία της, η διαδικασία αυτή παραμένει συνήθως αθέατη στις δημοσιεύσεις, όπου η έμφαση δίνεται κυρίως στα αποτελέσματα της ανασκαφής και όχι στη μεθοδολογία που καθιστά δυνατή την παραγωγή τους. Η ανακοίνωση διερευνά τον ρόλο της μεταανασκαφικής επεξεργασίας στην παραγωγή αρχαιολογικής γνώσης, χρησιμοποιώντας ως μελέτη περίπτωσης το βυζαντινό νεκροταφείο Αναργύρων Φλώρινας. Η εφαρμογή της μεθοδολογίας περιέλαβε την επανεξέταση 958 ταφών, τη συστηματική διασταύρωση περισσότερων από 46.000 ψηφιακών φωτογραφιών με τα ανασκαφικά ημερολόγια, τα σχέδια, τους καταλόγους και τα κινητά ευρήματα, καθώς και τη δημιουργία ενιαίας βάσης δεδομένων και την ανασύνθεση της χωρικής οργάνωσης του νεκροταφείου. Παράλληλα, αναδείχθηκαν ζητήματα όπως η ελλιπής τεκμηρίωση, οι ασυμφωνίες μεταξύ διαφορετικών αρχείων, τα κενά του ανασκαφικού αρχείου και η δυσχερής πρόσβαση σε μέρος του υλικού, τα οποία επηρέασαν καθοριστικά τη μεθοδολογία της έρευνας. Μέσα από την περίπτωση των Αναργύρων αναδεικνύεται ότι η μεταανασκαφική επεξεργασία δεν αποτελεί απλώς το στάδιο που έπεται της ανασκαφής, αλλά τον χώρο όπου η τεκμηρίωση, η οργάνωση, η διασταύρωση και η ερμηνεία συνθέτουν τη διαδικασία παραγωγής αρχαιολογικής γνώσης. Η ανακοίνωση υποστηρίζει ότι η συστηματική επεξεργασία του ανασκαφικού αρχείου συνιστά αναπόσπαστο μέρος της επιστημονικής μεθοδολογίας της σωστικής αρχαιολογίας και βασική προϋπόθεση για την αξιόπιστη ερμηνεία και δημοσίευση των ανασκαφικών δεδομένων.
12:30 Θεοφανία Τσεμπερά (βιοαρχαιολόγος), Βιοαρχαιολογία στη Σύγχρονη Ελληνική Αρχαιολογική Πρακτική: αναγκαιότητα, πρόκληση ή ουτοπία;
Βιοαρχαιολογία: η μελέτη των ανθρώπινων σκελετικών καταλοίπων στο αρχαιολογικό τους πλαίσιο, με στόχο την κατανόηση των κοινωνιών του παρελθόντος. Παρότι η βιοαρχαιολογία έχει καθιερωθεί διεθνώς ως αναπόσπαστο εργαλείο της σύγχρονης αρχαιολογικής έρευνας, η επιστημονική της αξία δεν αντανακλάται στη θέση που κατέχει στην καθημερινή αρχαιολογική πρακτική στην Ελλάδα. Στην πράξη, η μελέτη των οστών αντιμετωπίζεται ως μια μεταγενέστερη, συμπληρωματική διαδικασία και όχι ως οργανικό μέρος της ανασκαφικής πρακτικής. Πώς εξηγείται το χάσμα μεταξύ θεωρίας και πράξης; Τα ανθρώπινα σκελετικά κατάλοιπα αποτελούν πρωτογενή πηγή πληροφοριών για την ταυτότητα των νεκρών, των πτυχών του καθημερινού τους βίου, της οργάνωσης των κοινωνιών τους και της ταφικής τους ιδεολογίας. Οι ραγδαίες εξελίξεις στη βιοαρχαιολογική έρευνα, μέσω πρωτοποριακών βιομοριακών τεχνικών, διευρύνουν συνεχώς το φάσμα των ερευνητικών ερωτημάτων που μπορούν να διερευνηθούν. Παράλληλα, νεκροταφεία, ταφικά σύνολα και σκελετικά κατάλοιπα αποτελούν συχνό αλλά απαιτητικό αντικείμενο της ελληνικής ανασκαφικής πραγματικότητας. Η ανασκαφική διαδικασία, καθώς και η μετέπειτα διαχείριση και αποθήκευση του σκελετικού υλικού, καθορίζουν την ποιότητα των παραγόμενων δεδομένων και απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις. Ωστόσο, οι βασικές αρχές αναγνώρισης, ανασκαφής και τεκμηρίωσης των ανθρώπινων καταλοίπων δεν εντάσσονται με συστηματικό και ενιαίο τρόπο στα προγράμματα σπουδών των ελληνικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, με αποτέλεσμα οι προαπαιτούμενες γνώσεις να μην αποτελούν κοινό υπόβαθρο όλων των αρχαιολόγων πεδίου. Σε ένα πλαίσιο υποστελέχωσης, περιορισμένων οικονομικών πόρων, ελλείψεων σε υποδομές και ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων, η ουσιαστική ενσωμάτωση της βιοαρχαιολογίας στην ελληνική σωστική αρχαιολογία αποτελεί σημαντική πρόκληση. Η συζήτηση περί βιοαρχαιολογίας υπερβαίνει τα όρια μίας επιμέρους ειδικότητας και αντανακλά ευρύτερα τη θέση της διεπιστημονικότητας και τον τρόπο παραγωγής της αρχαιολογικής γνώσης στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Η ανακοίνωση εξετάζει τους θεσμικούς, οικονομικούς και οργανωτικούς παράγοντες που συντηρούν το χάσμα μεταξύ θεωρητικής αναγνώρισης και πρακτικής ενσωμάτωσης της βιοαρχαιολογίας στη σύγχρονη ελληνική αρχαιολογική πρακτική, καθώς και τον βαθμό στον οποίο η περιορισμένη αξιοποίησή της συνδέεται με παγιωμένες αντιλήψεις και πρακτικές γύρω από τη διεπιστημονικότητα και τη διαχείριση των ανθρώπινων καταλοίπων.
12:45 Ρίτα Χατζή (αρχαιολόγος), Έλσα Οικονομάκη (αρχαιολόγος), Γιόρια Παναγοπούλου (αρχαιολόγος), Ηλέκτρα Φραντζή (αρχαιολόγος), Ο χαρακτήρας της σύγχρονης αρχαιολογίας και η θέση του σύγχρονου αρχαιολόγου
Η ανακοίνωση επιχειρεί να επαναφέρει στο επίκεντρο το ερώτημα της αξίας της αρχαιολογικής έρευνας και να διερευνήσει κατά πόσο είναι σήμερα δυνατή η άσκηση ουσιαστικής αρχαιολογικής έρευνας. Αφετηρία αποτελεί η διαπίστωση της απαξίωσης της αρχαιολογικής έρευνας και της αποξένωσης του αρχαιολόγου από την ουσία του έργου του, καθώς οι συνθήκες άσκησης της αρχαιολογίας δεν επιτρέπουν την ολοκληρωμένη εφαρμογή της αρχαιολογικής μεθόδου. Μέσα από αυτή την προβληματική αναδεικνύεται η ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε τι υπηρετούμε και ποιος είναι ο ρόλος μας στην κοινωνία.
Ιδιαίτερη έμφαση επιχειρείται να δοθεί στον δημόσιο χαρακτήρα της αρχαιολογίας και στο περιεχόμενο που αυτός αποκτά σήμερα, καθώς και στην ταξικότητα του ρόλου του: πώς ο αρχαιολόγος από αριστοκράτης και αστός έγινε παιδί της εργατικής τάξης, μέσα από τη διαδικασία της προλεταριοποίησής του .
Η ανακοίνωση επιχειρεί να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με την πλευρά στην οποία ανήκουμε και ποια συμφέροντα υπηρετούμε, συνδέοντας τα παραπάνω με ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας που αφορούν τόσο την άσκηση του επαγγέλματος όσο και τη σχέση της αρχαιολογίας με την κοινωνία.
13:00 Χρυσάνθη Σμυρνιούδη (αρχαιολόγος), Ελένη Βασιλιά (αρχαιολόγος), Χρύσα Λεμπέση Πάκου (αρχαιολόγος), Αργυρώ Τσούμαρη (αρχαιολόγος), Η αρχαιολογία στο «θαύμα» του Ελληνικού
Η αρχαιολογία σήμερα διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό μέσα σε ένα ιδεολογικό και πολιτισμικό πλαίσιο, στο οποίο η επιστημονική έρευνα δεν λειτουργεί πάντοτε ως αυτόνομο πεδίο γνώσης, αλλά συχνά επιστρατεύεται για να επικυρώσει και να νομιμοποιήσει, στη δημόσια συνείδηση, τους σχεδιασμούς της οικονομικής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, η ανακοίνωση αξιοποιεί τις εμπειρίες των αρχαιολόγων που εργάστηκαν στο προβεβλημένο έργο του Ελληνικού, προκειμένου να αναδείξει τους «νέους τρόπους» άσκησης της αρχαιολογικής έρευνας, η οποία παύει να αντιμετωπίζεται ως αυτόνομο επιστημονικό πεδίο και εντάσσεται σιωπηρά ως οργανικό, αλλά υποδεέστερο, τμήμα των οικοδομικών προγραμμάτων. Υιοθετεί το εργολαβικό μοντέλο οργάνωσης της εργασίας και περιορίζεται στον ρόλο της ως υποστηρικτικού μηχανισμού των κατασκευαστικών έργων, αποκομμένη από την αποστολή της ως φορέα παραγωγής γνώσης. Μέσα από την περίπτωση του Ελληνικού, η ανακοίνωση διερευνά ακόμα τις αντιφάσεις, τα διλήμματα και τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσεις ο εργαζόμενος – επιστήμονας. Καθώς οι πολιτικές, πολιτισμικές, οικονομικές μεταβολές είναι ραγδαίες ο αρχαιολόγος καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλούς και αλληλένδετους ρόλους. Είναι ταυτόχρονα εργαζόμενος, επιστήμονας και ενεργό μέλος της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, οφείλει να υπερασπιστεί τις αρχαιότητες, να προασπιστεί τα επαγγελματικά του δικαιώματα και να λειτουργήσει ως θεματοφύλακας της πολιτισμικής μνήμης, αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο απέναντι στις προκλήσεις που ανακύπτουν από τη σύγχρονη διαχείριση της πολιτισμικής κληρονομιάς και της εργασιακής ασυδοσίας.
13:15 Συζήτηση
13:30-15:30 κύριο διάλειμμα
Β΄ Θεματική –Αρχαιολογία και Κοινωνία– (συντονίζει η Δέσποινα Μαρκάκη, αρχαιολόγος – νομικός)
15:30 Δημήτρης Κλουκίνας (αρχαιολόγος), Παναγιώτης Πλωμαρίτης (αρχαιολόγος), Η αρχαιολογία του περιθωρίου και η αρχαιολογία στο περιθώριο
Η ανακοίνωση πραγματεύεται το φαινόμενο της ψευδοαρχαιολογίας ή αρχαιολογίας του περιθωρίου διερευνώντας τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνει στρεβλές οπτικές και αντιλήψεις για την αρχαιολογική επιστήμη και τη μελέτη του παρελθόντος. Ιδιαίτερα θα σχολιασθεί η σχέση μεταξύ των ψευδοαρχαιολογικών θεωριών και της ποπ κουλτούρας, μέσα από την οποία συγκροτούνται και αναπαράγονται μαζικά συγκεκριμένες αναπαραστάσεις του αρχαιολογικού παρελθόντος. Θα παρουσιαστεί, επίσης, ο προβληματισμός σε σχέση με τους τρόπους άμβλυνσης του φαινομένου και τις βασικές κατευθύνσεις που θα πρέπει να υιοθετήσει η Δημόσια Αρχαιολογία.
15:45 Ελένη Κουτσοπούλου (αρχαιολόγος), Μαργαρίτα Αρβανιτάκη (αρχαιολόγος), Σοφία Δουλκερίδου (αρχαιολόγος), Παύλος Λαθήρας (αρχαιολόγος), Μυρτώ Μαρίνη (αρχαιολόγος), Λυδία Τσιαπλέ (αρχαιολόγος), Διαχείριση της Ιστορικής Μνήμης: Ιστορικοί Τόποι, Αρχαιολογία του Σύγχρονου Παρελθόντος και Πολιτική της Λήθης
Η διαχείριση της ιστορικής μνήμης αποτελεί ένα σύνθετο πεδίο στο οποίο διασταυρώνονται η αρχαιολογία, η ιστορία, η πολιτική και η κοινωνία. Οι ιστορικοί τόποι και τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος αποτελούν φορείς μνήμης. Ταυτόχρονα είναι πεδία διαρκούς διαπραγμάτευσης της συλλογικής ταυτότητας η οποία κατασκευάζεται και διαμορφώνεται κάθε φορά σε συγκεκριμένες δυναμικές ιστορικές συνθήκες. Τέλος, βρίσκονται στο επίκεντρο της σχέσης της σύγχρονης κοινωνίας με το παρελθόν η οποία ενέχει τις προσωπικές και συλλογικές ιδεοληψίες, ιδεολογίες, αγκυλώσεις και προοπτικές που διαμορφώνεται και αυτές μέσα σε ένα συγκεκριμένο κονωνικο-οικονομικο σχηματισμό και μάλιστα συνήθως από την πλευρά της ιστορίας του νικητή.
Η αρχαιολογία του σύγχρονου παρελθόντος διευρύνει το πεδίο της αρχαιολογικής έρευνας, στρέφοντας το ενδιαφέρον σε γεγονότα, τόπους και υλικά κατάλοιπα της πρόσφατης ιστορίας, συχνά φορτισμένα με πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η επιλογή του τι διατηρείται, τι αναδεικνύεται και τι αποσιωπάται αναδεικνύει τη «πολιτική της λήθης» ως κρίσιμο μηχανισμό διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης. Η παρούσα τοποθέτηση προσπαθεί να εξετάσει τους τρόπους με τους οποίους οι ιστορικοί τόποι διαχειρίζονται, ερμηνεύονται ή παραμένουν στη λήθη, διερευνώντας τη σχέση μεταξύ υλικής κληρονομιάς, μνήμης και εξουσίας, καθώς και τον ρόλο της αρχαιολογίας στη διατήρηση, αμφισβήτηση ή επαναδιαπραγμάτευση των κυρίαρχων αφηγήσεων του παρελθόντος.
16:00 Ελπινίκη Όροβα (αρχαιολόγος), Σωστική αρχαιολογία και τοπική κοινωνία: προσλήψεις του παρελθόντος στην Αχλάδα Φλώρινας
Η ανακοίνωση εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η τοπική κοινωνία προσλαμβάνει τη σωστική αρχαιολογική έρευνα στην περίπτωση της Αχλάδας Φλώρινας. Η περιοχή αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς η αρχαιολογική δραστηριότητα αναπτύσσεται σε ένα περιβάλλον έντονων μετασχηματισμών, που συνδέονται με την εξορυκτική δραστηριότητα, τη μεταβολή του τοπίου και τη συνολικότερη εμπειρία αλλαγής του τόπου. Η εισήγηση βασίζεται σε μεταπτυχιακή έρευνα σε εξέλιξη και στηρίζεται σε ποιοτική προσέγγιση, με χρήση ημιδομημένων συνεντεύξεων με κατοίκους της Αχλάδας. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι συνομιλητές αντιλαμβάνονται τις ανασκαφές, αποδίδουν σημασία στα ευρήματα και συνδέουν την αρχαιολογική έρευνα με τη μνήμη, την ιστορία και τη σημασία του τόπου τους.
Τα πρώτα ευρήματα δείχνουν ότι η τοπική κοινωνία δεν αντιμετωπίζει αδιάφορα την αρχαιολογική έρευνα. Αντίθετα, τα ευρήματα αναγνωρίζονται ως σημαντικά, χωρίς όμως αυτή η αναγνώριση να συνοδεύεται πάντοτε από επαρκή ενημέρωση ή από σταθερές μορφές σύνδεσής τους με την τοπική ζωή. Ιδιαίτερη εντύπωση φαίνεται να προκαλούν κυρίως όσα στοιχεία είναι άμεσα ορατά και αναγνωρίσιμα από μη ειδικούς, όπως τάφοι, ανθρώπινα κατάλοιπα και πολύτιμα αντικείμενα. Παράλληλα, αναδεικνύεται η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική αναγνώριση της σημασίας των ευρημάτων και στην ουσιαστική τοπική τους παρουσία. Η περίπτωση της Αχλάδας προσφέρει, επομένως, ένα πρόσφορο πεδίο για τη μελέτη της σχέσης ανάμεσα στη σωστική αρχαιολογία, τη μνήμη και τις τοπικές κοινωνίες, συμβάλλοντας στη συζήτηση για τις δημόσιες διαστάσεις της αρχαιολογικής πρακτικής στη σύγχρονη ελληνική περιφέρεια.
16:15 Δανάη Σοφία Γεροντοπούλου (αρχαιολόγος), Αφάνεια, αδράνεια, υπερηφάνεια: κοινωνική πρόσληψη και επανανοηματοδότηση στο Όρραον της Ηπείρου
Το Όρραον αποτελεί έναν εξαιρετικά διατηρημένο οχυρωμένο οικισμό των Μολοσσών στην Ήπειρο. Παρά τα εντυπωσιακά υλικά κατάλοιπα και τις τεκμηριωμένες μνημειακές του αξίες, παραμένει ένα μνημείο περιορισμένης αναγνωρισιμότητας και ελλιπούς θεσμικής μέριμνας. Η παρούσα ανακοίνωση δεν επικεντρώνεται στα αρχαιολογικά του δεδομένα, αλλά στην κοινωνική του πρόσληψη — στον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο η σημερινή τοπική κοινωνία αντιλαμβάνεται, βιώνει και νοηματοδοτεί τον χώρο.
Παρουσιάζεται πρωτογενής εμπειρική έρευνα με ποσοτικά (138 ερωτηματολόγια) και συμπληρωματικά ποιοτικά (άτυπες συνομιλίες πεδίου, επιτόπια συμμετοχική παρατήρηση) δεδομένα, με στόχο τη διερεύνηση της σημασίας του οικισμού ως φορέα πολιτιστικής μνήμης και τοπικής ταυτότητας Το κρισιμότερο εύρημα της έρευνας φανερώνει μια αντίφαση: ενώ τα ποσοτικά δεδομένα αναδεικνύουν το Όρραον ως πηγή τοπικής υπερηφάνειας, με ισχυρό μνημονικό αποτύπωμα στην τοπική κοινωνία, στο ποιοτικό σκέλος εκφράζεται μια παράλληλη σχέση αποστασιοποίησης, με τον αρχαιολογικό χώρο να εκλαμβάνεται ως «τόπος εξειδίκευσης». Το αίσθημα παραμέλησης δεν αναιρεί τη βεβαιωμένη εκτίμηση των κατοίκων και την προσδοκία για την καλύτερη διαχείριση και ανάδειξη του τόπου. Ως κοινή παραδοχή εμφανίζεται η διαπίστωση εγκατάλειψης και ανεπαρκούς θεσμικής φροντίδας.
Έτσι, διατυπώνεται η θέση ότι η περιορισμένη παρουσία του Ορράου στον δημόσιο διάλογο και τις θεσμικές συζητήσεις, δεν αποτελεί μοναδική περίπτωση, αλλά υπάγεται σε μια ευρύτερη κατηγορία «αφανών» μνημείων, μη ενταγμένων στις κυρίαρχες αφηγήσεις για την ιστορία του τόπου.
Η ανακοίνωση θίγει τις κοινωνικο-πολιτικές προεκτάσεις αυτού του χάσματος: πώς αντιμετωπίζεται και πώς αξιοποιείται η πολιτιστική κληρονομιά ως δημόσιο αγαθό και ποιος είναι ο ρόλος της Αρχαιολογίας, ως ανθρωπιστικής επιστήμης, στην ενσωμάτωση του μνημειακού αποθέματος στην τοπική κοινωνία και στην ενίσχυση της τοπικής ταυτότητας. Εν κατακλείδι, συμπεραίνεται ότι δεν λείπει η αναγνώριση της αξίας, ούτε η μνημονική σύνδεση. Κυρίως, χρειάζεται η επανανοηματοδότηση του αρχαιολογικού χώρου, όχι με την τυπική, εξειδικευμένη προοπτική, αλλά με διάθεση συμπερίληψης, συμμετοχικότητας και με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται στον άνθρωπο, τη μνήμη και την κοινότητα.
16:30 Συζήτηση
σύντομο διάλειμμα 16:45-17:15
Β΄ Θεματική –Αρχαιολογία και Κοινωνία- (συντονίζει ο Δημήτρης Κλουκίνας, αρχαιολόγος)
17:15 Αναστασία Κουτσουδάκη (αρχαιολόγος – μουσειολόγος), Εκείνοι, εμείς και τα αρχαία γραφήματα (graffiti): αρχαίες και σύγχρονες αναγνώσεις
Τα αρχαία γραφήματα (graffiti) αποτελούν μία από τις πιο άμεσες εκφράσεις της καθημερινότητας στον αρχαίο κόσμο. Πρόκειται για κείμενα και σχέδια χαραγμένα ή γραμμένα με ιδιωτική πρωτοβουλία σε ποικίλες επιφάνειες. Αποτυπώνουν όψεις της επικοινωνίας, της αυτοέκφρασης και των κοινωνικών πρακτικών των ανθρώπων της αρχαιότητας. Σε αντίθεση με τις επίσημες επιγραφές, διασώζουν προσωπικές σκέψεις, συναισθήματα και σχόλια ανθρώπων που συνήθως παραμένουν αόρατοι στις παραδοσιακές ιστορικές αφηγήσεις. Η παρούσα ανακοίνωση εξετάζει συγκριτικά την πρόσληψη των αρχαίων γραφημάτων τόσο από το σύγχρονό τους κοινό όσο και από τους σημερινούς μελετητές και το ευρύτερο κοινό. Στο πρώτο μέρος αναλύεται η στάση των αρχαίων απέναντι στα σύγχρονά τους γραφήματα. Μέσα από τη μελέτη γραμματειακών αναφορών, επίσημων επιγραφών, αρχαίων γραφημάτων και εικονιστικών παραστάσεων διερευνώνται οι απόψεις τεσσάρων διαφορετικών ομάδων: των αρχαίων συγγραφέων, των ίδιων των δημιουργών των αρχαίων γραφημάτων – των αρχαίων «γκραφιτάδων», των αναθετών και των καλλιτεχνών. Η ανάλυση καταδεικνύει ότι δεν υπήρχε μία ενιαία αντίληψη για τα γραφήματα, αλλά, αντίθετα, η αποδοχή ή η απόρριψή τους συνδεόταν με το είδος του γραφήματος, την κοινωνική ταυτότητα του κριτή και το εκάστοτε ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Στο δεύτερο μέρος εξετάζεται η πρόσληψη των αρχαίων γραφημάτων σήμερα. Παρά τη συχνή σύνδεσή τους με τα σύγχρονα graffiti, πρόκειται για διαφορετικά φαινόμενα με διακριτές κοινωνικές λειτουργίες. Η σύγχρονη έρευνα τα αντιμετωπίζει ως πολύτιμες ιστορικές μαρτυρίες που συμβάλλουν στην κατανόηση της καθημερινότητας και των κοινωνικών σχέσεων στην αρχαιότητα. Παράλληλα, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε τον αρχαίο κόσμο, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας περισσότερο ανθρωποκεντρικής εικόνας του παρελθόντος. Η ανακοίνωση υποστηρίζει ότι τα αρχαία γραφήματα δεν αποτελούν απλώς πηγές για την καθημερινότητα μιας άλλης εποχής, αλλά και πεδίο διαπραγμάτευσης κοινωνικών αξιών, τόσο στην εποχή της δημιουργίας τους όσο και στο πλαίσιο των σύγχρονων ερμηνειών τους.
17:30 Ρεβέκκα Μαντά (συντηρήτρια αρχαιοτήτων και έργων τέχνης ΥΠΠΟ – Νομισματικό Μουσείο, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής), Μαρία Χατζηδάκη (καθηγήτρια Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής), Νικόλαος-Αλέξιος Στεφανής (καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής), Δημήτριος Χατζηγιάννης (καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής), Η τεκμηρίωση και διαχείριση γκραφίτι σε κτήρια υπό προστασία: η περίπτωση της εξωτερικής όψης του Ιλίου Μελάθρου
Η παρουσία γκραφίτι σε ιστορικά κτήρια αποτελεί ταυτόχρονα παράγοντα φθοράς και δυνητικό τεκμήριο της σύγχρονης αστικής ιστορίας. Στην εξωτερική όψη του ιστορικού κτηρίου «Ιλίου Μέλαθρον», στην οδό Πανεπιστημίου στην Αθήνα, καταγράφηκαν κατά την περίοδο 2009 – 2024 επανειλημμένες επεμβάσεις γκραφίτι. Η συστηματική καταγραφή των επιγραφών αυτών ξεκίνησε το 2009, πριν από τις εργασίες καθαρισμού, με στόχο τη δημιουργία πρωτογενούς αρχείου τεκμηρίωσης. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει τη φωτογραφική και ιστορική τεκμηρίωση και ταξινόμηση των συνθημάτων και υπογραφών, καθώς και την αποτίμηση των επεμβάσεων καθαρισμού.
Το αρχείο που προέκυψε τεκμηριώνει τη διαρκή αλληλεπίδραση της πολιτικής έκφρασης με τον αστικό χώρο και αναδεικνύει τη διττή σημασία των γκραφίτι: αφενός ως παράγοντες αισθητικής και υλικής υποβάθμισης του μνημείου και αφετέρου ως στιγμιότυπα της σύγχρονης ιστορίας της πόλης. Παράλληλα, αναδεικνύονται οι ηθικές και θεσμικές προκλήσεις που συνοδεύουν τις αποφάσεις για την απομάκρυνσή τους, καθώς και η δυνατότητα διατήρησης της πληροφορίας τους μέσω της τεκμηρίωσης.
Τέλος, υπογραμμίζεται η ανάγκη ανάπτυξης διεπιστημονικών πολιτικών διαχείρισης και εργαλείων τεκμηρίωσης που θα συνδυάζουν την προστασία των ιστορικών κτηρίων με την αναγνώριση της δημόσιας έκφρασης, υιοθετώντας μια δυναμική προσέγγιση στη διαχείριση των εφήμερων επεμβάσεων στον αστικό χώρο και αναγνωρίζοντας τα γκραφίτι ως τεκμήρια πολιτισμικής, κοινωνικής και ιστορικής αξίας.
17:45 Μαρία Δήμητρα Μανωλίδου (αρχαιολόγος), Ποια αρχαιολογία χρειάζεται σήμερα η κοινωνία; Η αρχαιολογία ως πεδίο καλλιέργειας ιστορικής και κοινωνικής ενσυναίσθησης αλλά και συμπερίληψης ευάλωτων κοινωνικών ομάδων
Η αρχαιολογία αντιμετωπίζεται συχνά ως επιστήμη που μελετά και διαχειρίζεται τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος. Ωστόσο, οι σύγχρονες προσεγγίσεις της Δημόσιας Αρχαιολογίας αναδεικνύουν έναν ευρύτερο ρόλο: την ενεργή συμβολή της στη διαμόρφωση κοινωνικά ευαίσθητων, κριτικά σκεπτόμενων πολιτών. Η παρούσα ανακοίνωση διερευνά κατά πόσο η αρχαιολογία μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο καλλιέργειας ιστορικής και κοινωνικής ενσυναίσθησης, αναδεικνύοντας διαχρονικά θέματα όπως η μετανάστευση, οι κοινωνικές ανισότητες, η βία, οι έμφυλες σχέσεις, η παιδική ηλικία και η ανθρώπινη προσαρμογή σε περιόδους κρίσεων.
Με αφετηρία τη διεθνή και εγχώρια βιβλιογραφία της Δημόσιας Αρχαιολογίας, εξετάζεται η μετάβαση από μια αρχαιολογία που επικεντρώνεται κυρίως στην προστασία και προβολή των μνημείων σε μια αρχαιολογία που συμμετέχει ενεργά στον δημόσιο διάλογο και αναγνωρίζει την κοινωνική της ευθύνη. Υποστηρίζεται ότι η ερμηνεία του παρελθόντος δεν αποτελεί μια ουδέτερη επιστημονική διαδικασία, αλλά μια πράξη με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις, η οποία μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση της διαφορετικότητας, στην ενίσχυση της δημοκρατικής συνείδησης, στην αντιμετώπιση σύγχρονων στερεοτύπων και στη συμπερίληψη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Παράλληλα, επιχειρείται ένας προβληματισμός γύρω από την ελληνική πραγματικότητα και τις δυνατότητες ουσιαστικότερης σύνδεσης της αρχαιολογικής πρακτικής με την κοινωνία, μέσα από τη σωστική αρχαιολογία, τα μουσεία, τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τη δημόσια επικοινωνία της επιστήμης. Με την ανακοίνωση αυτή θα γίνει προσπάθεια προσέγγισης του κατά πόσο ο σύγχρονος αρχαιολόγος μπορεί να αντιπαλέψει φαινόμενα της εποχής μας που θέλουν να αντιμετωπίζουν τον πολιτισμό ως εμπόρευμα και πόσο μπορεί να εμπνεύσει το σύνολο της κοινωνίας ώστε η επιστήμη της αρχαιολογίας να το αφορά. Θα επιχειρηθεί να αναδειχτεί το ζήτημα ότι η κοινωνική αξία της αρχαιολογίας δεν εξαντλείται στη διάσωση και μελέτη των αρχαιολογικών καταλοίπων, αλλά επεκτείνεται στη δυνατότητά της να καλλιεργεί ιστορική συνείδηση, ενσυναίσθηση και ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Υπό αυτό το πρίσμα, η αρχαιολογία αναδεικνύεται όχι μόνο ως επιστήμη του παρελθόντος, αλλά και ως αναγκαία ανθρωπιστική επιστήμη για το παρόν και το μέλλον.
18:00 Luigi Lafasciano (αρχαιολόγος – ερευνητής), Η αρχαιολογία της κατοχής στην Παλαιστίνη
Η ανακοίνωση εξετάζει τον ρόλο της αρχαιολογίας στη διαμόρφωση και νομιμοποίηση πολιτικών αφηγήσεων, εστιάζοντας στην περίπτωση της Παλαιστίνης και στη σχέση ανάμεσα στη βιβλική αρχαιολογία, την εθνική ιδεολογία και τις σύγχρονες πρακτικές διαχείρισης του χώρου. Αφετηρία της προσέγγισης αποτελεί η διαπίστωση ότι η αρχαιολογική έρευνα δεν αναπτύσσεται σε συνθήκες απόλυτης επιστημονικής ουδετερότητας, αλλά διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά, πολιτικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα. Στο πλαίσιο αυτό αναλύεται η εξέλιξη της βιβλικής αρχαιολογίας από την αποικιακή περίοδο έως τη συγκρότηση του κράτους του Ισραήλ και εξετάζονται χαρακτηριστικές επιστημονικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τη χρονολόγηση και την ερμηνεία αρχαιολογικών δεδομένων, όπως η λεγόμενη «Πόλη του Δαυίδ» και η αναζήτηση υλικών τεκμηρίων για την Έξοδο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μετάβαση από την ιδεολογική χρήση της αρχαιολογίας στη λειτουργία της ως μηχανισμού χωρικού ελέγχου. Μέσα από παραδείγματα από την Ανατολική Ιερουσαλήμ και τη Δυτική Όχθη αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο οι ανασκαφές, η ανακήρυξη αρχαιολογικών χώρων και η διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς συνδέονται με διαδικασίες απαλλοτρίωσης, αναδιοργάνωσης του χώρου και εδραίωσης πολιτικής κυριαρχίας. Τελικός στόχος της ανακοίνωσης είναι να δείξει ότι η εξέταση του παλαιστινιακού ζητήματος μέσα από το πρίσμα της αρχαιολογίας και της ιδεολογικής εργαλειοποίησής της αναδεικνύει τον χαρακτήρα της σύγκρουσης όχι ως διαμάχης θρησκευτικών ή εθνοτικών ταυτοτήτων, αλλά πρωτίστως ως ταξικής σύγκρουσης, στην οποία η παραγωγή και η διαχείριση της ιστορικής αφήγησης αποτελούν οργανικό μέρος των μηχανισμών άσκησης πολιτικής και ιδεολογικής κυριαρχίας.
18:15 Συζήτηση
18:30 λήξη εργασιών πρώτης ημέρας
ΚΥΡΙΑΚΗ
Β΄ Θεματική -Αρχαιολογία και Κοινωνία- (συντονίζει η Μαρία Ασλανίδου, αρχαιολόγος – ξεναγός)
10:00 Βασίλειος Τσελέντης (ομότιμος καθηγητής Θαλασσίου Περιβάλλοντος, Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιά), Δήμητρα Βήνη (ιατρός, εκπρόσωπος συλλογικότητας «Παρατηρητήριο Πειραϊκής»), Ακτομηχανική Μελέτη ως προϋπόθεση για την προστασία του Ταφικού Μνημείου του Θεμιστοκλή στην Πειραϊκή
Το Ταφικό Μνημείο του Θεμιστοκλή βρίσκεται στην άκρη της εισόδου του αρχαίου λιμένα του Πειραιά, πλησίον της σύγχρονης Πειραϊκής χερσονήσου. Σήμερα εκτελείται το έργο της Επέκτασης του Επιβατικού Λιμένα (για κρουαζιερόπλοια). Ο συνδυασμός του ιστορικού (Κονώνειο τείχος) και του γεωτεχνικού χαρακτήρα της θέσης, καθιστά το μνημείο εξαιρετικά σημαντικό, αλλά και εκτεθειμένο σε έντονες φυσικές και ανθρωπογενείς πιέσεις. Το μνημείο βρίσκεται σε άμεση επαφή με το παράκτιο μέτωπο, λίγα μόλις μέτρα πάνω από τη σημερινή στάθμη της θάλασσας. Η θέση του το καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτο σε φαινόμενα διάβρωσης, κυματικής δράσης και αποσάθρωσης, ειδικά λόγω της γεωμορφολογίας του πρανούς και της γειτνίασης με το ανοιχτό θαλάσσιο μέτωπο. Το ΥΠΠΟ έχει εκδώσει πολλές αποφάσεις για προστασία και ανάδειξη του Ταφικού Μνημείου του Θεμιστοκλή. το οποίο βέβαια προστατεύεται κατά την αρχαιολογική νομοθεσία (άρθρο 6 του ν. 3028/2002, και το αρχαίο τείχος του Πειραιά (ΦΕΚ 414/Β/24.06.1982). Με δεδομένο ότι : α) ο νέος κρηπιδότοιχος θα έχει μήκος 1.500 m, με ωφέλιμο βάθος από 20 – 30 m και οι δύο θέσεις ελλιμενισμού θα υποδέχονται πλοία πάνω από 350 m), β) η άνοδος της στάθμης της θάλασσας και η αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης ακραίων καιρικών φαινομένων (λόγω της κλιματικής αλλαγής) μπορεί να έχουν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις σε παράκτια μνημεία, όπως το Ταφικό Μνημείο του Θεμιστοκλή, γ) Είναι γνωστό ότι οποιαδήποτε αλλαγή της ακτογραμμής (κατασκευή νέου λιμένα), επιφέρει αλλαγές στα ακτομηχανικά φαινόμενα στην ευρύτερη περιοχή (ύψος κυμάτων, επιφανειακά και υποβρύχια ρεύματα, στερεομεταφορά, ιζηματογένεση, κλπ.), δ) Οι κίνδυνοι αυτοί που επηρεάζουν την παράκτια πολιτιστική κληρονομιά, αναλύονται από εξειδικευμένες ακτομηχανικές μελέτες, που βασίζονται σε προβλέψεις από αριθμητικά μοντέλα τα οποία καταλήγουν σε συγκεκριμένες λύσεις που αφορούν την προστασία του παράκτιου μνημείου. Η εργασία αυτή παρουσιάζει τις ενέργειες του Πειραϊκού Παρατηρητηρίου προς την Εφορία εναλίων Αρχαιοτήτων και το ΥΠΠΟΑ αναδεικνύοντας την αναγκαιότητα εκπόνησης ολοκληρωμένης ακτομηχανικής μελέτης για το μνημείο.
10:15 Κώστας Νικολάου, (αρχαιολόγος), «9,50 μέτρα από το μνημείο». Όταν η αρχαιολογία συναντά τις μεγάλες επενδύσεις: κοινωνική παρέμβαση και προστασία στο Νημποριό Στύρων
Στην ευρύτερη περιοχή των Στύρων Ευβοίας εντοπίζεται ένα ιδιαίτερης σημασίας αρχαιολογικό και πολιτισμικό τοπίο, με την ακρόπολη των Στύρων, τα δρακόσπιτα και τα εκτεταμένα συγκροτήματα και ρωμαϊκών λατομείων να συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο με σημαντικές δυνατότητες προστασίας, ανάδειξης και απόδοσης του χώρου στην κοινωνία. Η διαχείριση, ωστόσο, αυτού του τοπίου συνδέεται πλέον άμεσα με τις νέες χρήσεις γης και τις μεγάλης κλίμακας επενδύσεις που αναπτύσσονται στην ευρύτερη περιοχή.
Η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων στον Δήμο Καρύστου έχει ήδη επηρεάσει αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία της Νότιας Εύβοιας. Η περίπτωση του Νημποριού παρουσιάζει, ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο σχεδιασμός αιολικών σταθμών αφορά ένα τοπίο με ορατά και διατηρημένα αρχαία κατάλοιπα, σε άμεση γειτνίαση με κατοικημένες περιοχές που κατά τον νόμο προστατεύεται αυτοδίκαια. Η συνύπαρξη αυτή αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς όταν αυτή συναντά επενδύσεις μεγάλης κλίμακας.
Η ανακοίνωση θα επιχειρήσει να εξετάσει τη συλλογική δράση αρχαιολόγων και άλλων εργαζομένων του Υπουργείου Πολιτισμού, κατοίκων και τοπικών φορέων και τον τρόπο με τον οποίο η επιστημονική τεκμηρίωση, οι αυτοψίες και η δημόσια παρουσία της αρχαιολογικής γνώσης λειτούργησαν ως μέσα κοινωνικής παρέμβασης. Η διαδικασία αυτή συνέβαλε σε ουσιαστικές μεταβολές του αρχικού σχεδιασμού της επένδυσης και στην αναοριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου του Νημποριού.
Με αφετηρία το Νημποριό και σε διάλογο με πρόσφατες περιπτώσεις, όπως η Παπούρα στην Κρήτη, διερευνάται η διαμόρφωση μιας νεότερης διαχειριστικής αντίληψης, στο πλαίσιο της οποίας η «προστασία και ανάδειξη» καλείται να συνυπάρξει με την υλοποίηση μεγάλων επενδύσεων. Τίθεται, έτσι, το ερώτημα κατά πόσο η «ανάδειξη» αποτελεί εργαλείο προστασίας ή τρόπο προσαρμογής του μνημείου στον σχεδιασμό του έργου. Παράλληλα, εξετάζεται η δυνατότητα της κοινωνικής παρέμβασης να μεταβάλλει έμπρακτα τις αποφάσεις και, κατ’ επέκταση, το ίδιο το περιεχόμενο και τα όρια της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.
10:30 Κωνσταντίνα Μπουμπουλάκη, (αρχιτέκτων μηχανικός MSc), Πριν οι επιλογές γίνουν μονόδρομος. Η Παπούρα, η αρχαιολογία και η κοινωνία
Ένα μνημείο τεσσάρων χιλιάδων ετών έρχεται στο παγκόσμιο προσκήνιο την ίδια στιγμή που τα σύγχρονα συστήματα αποδεικνύονται εύθραυστα. Τι συμβαίνει όταν η επίκληση της «ασφάλειας», η εξουσία και η ανάπτυξη συγκρούονται με μια αξία μοναδική και αναντικατάστατη; Η αρχαιολογική γνώση καλείται συχνά να παρέμβει όταν οι βασικές επιλογές ενός μεγάλου έργου έχουν ήδη οριστικοποιηθεί, συμβασιοποιηθεί και παρουσιαστεί ως μη αναστρέψιμες. Μέσα από την εμπειρία της πρωτοβουλίας πολιτών Save Papoura, η ανακοίνωση εξετάζει πώς ένα εξαιρετικά σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα βρέθηκε αντιμέτωπο όχι μόνο με τις τεχνικές απαιτήσεις ενός έργου, αλλά και με ένα χρονικών πιέσεων και οικονομικών δεσμεύσεων. Όταν η αρχαιολογική διερεύνηση ακολουθεί αντί να προηγείται του σχεδιασμού, το μνημείο κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως απρόβλεπτο εμπόδιο και η προστασία του ως αιτία καθυστέρησης. Η περίπτωση της Παπούρας αναδεικνύει την ανάγκη ενός διαφορετικού θεσμικού μοντέλου, στο οποίο η αρχαιολογική αξιολόγηση, οι μη καταστροφικές έρευνες και, όπου απαιτείται, οι διερευνητικές τομές θα προηγούνται της οριστικής χωροθέτησης και δημοπράτησης των μεγάλων έργων. Παράλληλα, θέτει το ζήτημα μιας αρχαιολογίας ανοιχτής και παρούσας στην κοινωνία. Η επιστημονική γνώση δεν αποδυναμώνεται όταν επικοινωνείται· μετατρέπεται σε δημόσιο αγαθό. Πώς, όμως, επικοινωνείται και σε ποιους απευθύνεται; Γιατί ακόμη και σήμερα η λέξη «αρχαιολογία» προκαλεί σε ορισμένους πολίτες φόβο αντί για αίσθημα συμμετοχής; Η προστασία ενός μνημείου γίνεται πραγματικά ισχυρή όταν αποκτά κοινωνικό έρεισμα: όταν οι πολίτες και οι αρχαιολόγοι δεν αντιμετωπίζονται ως αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά συναντώνται σε μια κοινή ευθύνη. Ποιος είναι, λοιπόν, ο συνδετικός κρίκος που εξακολουθεί να λείπει ή που αρχίζει να διαφαίνεται;
10:45 Συζήτηση
11:00-11:30 σύντομο διάλειμμα
Γ΄ Θεματική -Τι θα συνέβαινε αν…;- (συντονίζει η Μαργαρίτα Αρβανιτάκη, αρχαιολόγος)
11:30 Δημήτρης Κουφοβασίλης (αρχαιολόγος), Ένα διαφορετικό ταξίδι στην αρχαία ιστορία: η αναβίωση των μεσαιωνικών τίτλων και προνομίων στον Πολιτισμό, σήμερα
Πρόσφατη ΚΥΑ του Ιουνίου 2026 προβλέπει, επιτρέπει, και απλώνει τις λεγόμενες «εξατομικευμένες επισκέψεις» σε Μουσεία και Αρχαιολογικούς χώρους (δηλαδή ξεναγήσεις σε ολιγάριθμες ομάδες έως 5 ατόμων, σε συγκεκριμένες χρονικές ζώνες της ημέρας, και με τιμή ομαδικού εισιτηρίου από 1000 έως 5000 ευρώ).
Ταυτόχρονα, για πρώτη φορά θεσπίζεται (και μάλιστα με την -χυδαία- ονομασία Eaternity Greece: eternity = αιωνιότητα, eaternity = εταιρικότητα, eat = τρώω) η οργάνωση «δράσεων προβολής και προώθησης της τοπικής γαστρονομίας εντός αρχαιολογικών χώρων, ιστορικών τόπων και μνημείων και τον περιβάλλοντα χώρο αυτών» (δηλαδή προγραμματίζονται άδειες για ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων και μπουφέδων για δεξιώσεις σε ιστορικά μνημεία, μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους κλπ.).
Χωρίς να ξεχνάμε την μετατροπή, στα τελευταία χρόνια, 5 μεγάλων κρατικών Μουσείων σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, από το άρθρο επιχειρείται να αναδειχθεί όχι μόνο η ιδιωτικοποίηση – εμπορευματοποίηση του Πολιτισμού, αλλά και η αποκατάσταση προνομίων για τις πιο εύρωστες μερίδες συμπολιτών μας. Οι πολιτικές αυτές αντανακλώνται, και πιθανότατα θα τις γνωρίσουμε σε όλους τους το μεγαλείο, και στον νέο, σχεδόν αυγουστιάτικο, νόμο που προβλέπει την ίδρυση του ΟΔΑΠ ΑΕ, ενός μετα-μνημονιακού υπερταμείου διαχείρισης μνημείων, μουσείων και αρχαιολογικών χώρων.
11:45 Δρ Ευαγγελία Κυριαζή [ΠΕ Συντηρήτρια, Αρχαιομέτρις, Διαχειρίστρια Συλλογών, Εταίρος του Διεθνούς Ινστιτούτου Συντήρησης (IIC Fellow), Ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΕΣΑΕΤ (Πανελλήνιο Σωματείο Εργαζομένων στη Συντήρηση Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης], Μαζί στο σκάμμα ενάντια στη φθορά της ύλης: Ο συντηρητής ως ισότιμος συνεργάτης του αρχαιολόγου στη σωστική αρχαιολογία του μέλλοντος
Η σωστική αρχαιολογία διεξάγεται παραδοσιακά κάτω από συνθήκες έντονης χρονικής πίεσης, καθώς τα αυστηρά χρονοδιαγράμματα των τεχνικών έργων συγκρούονται συχνά με την ανάγκη για ορθή επιστημονική τεκμηρίωση. Σε αυτό το απαιτητικό περιβάλλον, η παρουσία του συντηρητή αρχαιοτήτων απευθείας στο πεδίο δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά οργανική ανάγκη για τη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η στιγμή της αποκάλυψης ενός ευρήματος αποτελεί ένα περιβαλλοντικό «σοκ», καθώς η απότομη αλλαγή υγρασίας, θερμοκρασίας και η έκθεση στο οξυγόνο μπορούν να πυροδοτήσουν ταχύτατη φθορά. Ο συντηρητής παρεμβαίνει διαγνωστικά και προληπτικά, προσφέροντας πρώτες βοήθειες, σταθεροποιώντας εύθρυπτα υλικά, και εκτελώντας εξειδικευμένες αποσπάσεις. Τα όρια μεταξύ αρχαιολόγου και συντηρητή είναι διακριτά, βασισμένα στη διεθνή δεοντολογία. Ο αρχαιολόγος φέρει την ευθύνη της στρωματογραφίας και της ερμηνείας του αρχαιολογικού πλαισίου, αποφασίζοντας τι και γιατί ανασκάπτεται. Ο συντηρητής έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα για τη φυσικοχημική ακεραιότητα των αντικειμένων, αποφασίζοντας πώς θα σωθεί ένα υλικό και ποια σκευάσματα επιτρέπεται να εφαρμοστούν. Οι κύριες προκλήσεις εντοπίζονται στην ιεραρχική υποτίμηση του συντηρητή, ο οποίος συχνά καλείται εκ των υστέρων ως «πυροσβέστης», και στη βιασύνη για την ολοκλήρωση του έργου. Τέτοιες πρακτικές οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια δεδομένων, όπως η καταστροφή οργανικών καταλοίπων ή η ακύρωση μελλοντικών αναλύσεων DNA και ραδιοχρονολόγησης λόγω λανθασμένης χρήσης χημικών. Η «σωστική αρχαιολογία του μέλλοντος» προϋποθέτει τον μετασχηματισμό αυτής της σχέσης. Η θεσμοθέτηση του συντηρητή ως ισότιμου συνεργάτη πεδίου και η καλλιέργεια αμοιβαίας εμπιστοσύνης αποτελούν τις βάσεις για ένα σύγχρονο μοντέλο, όπου οι γρήγορες και πρακτικές λύσεις του συντηρητή εξισορροπούνται με την ετοιμότητα του αρχαιολόγου να παγώσει την ανασκαφή όταν η προστασία της ύλης το απαιτεί.
12:00 Κατερίνα Σπυροπούλου (αρχαιολόγος – ξεναγός), Η κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα και τρόποι ανάκαμψής της
Τα τελευταία έτη οι σχολές των ανθρωπιστικών σπουδών ακολουθούν μια φθίνουσα πορεία, καθώς ο αριθμός των υποψηφίων που δηλώνουν τα τμήματα τους στις πανελλήνιες εξετάσεις ολοένα μειώνεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση του αριθμού των εισακτέων στις σχολές ανθρωπιστικών σπουδών και τη συνεχή πτωτική τάση των βάσεων εισαγωγής τους. Ο μαρασμός τους θα αποβεί μοιραίος, καθώς μας οδηγεί σε κοινωνίες μη σκεπτόμενων ανθρώπων με αβέβαιο μέλλον. Συνεπώς είναι απαραίτητος ο επαναπροσδιορισμός τους μέσω του διαλόγου, της διεπιστημονικότητας και κυρίως της πολιτικής παρέμβασης.
12:15 Δέσποινα Μαρκάκη (αρχαιολόγος – νομικός), Αρχαιολογία υπό αίρεση. Επιστημονική εργασία σε ένα προδιαγεγραμμένο πλαίσιο
Η ανακοίνωση εξετάζει κριτικά τη θέση της σωστικής αρχαιολογίας και ιδιαίτερα των συμβασιούχων αρχαιολόγων στο πλαίσιο μεγάλων αναπτυξιακών έργων. Αφετηρία αποτελεί η εργασιακή εμπειρία σε σωστική ανασκαφή για την κατασκευή του Νέου Διεθνούς Αεροδρομίου Ηρακλείου, η οποία εντάσσεται σε μια ευρύτερη προβληματική σχετικά με τη σχέση αρχαιολογικής προστασίας, κρατικής διοίκησης και επιχειρηματικής ανάπτυξης.
Παρότι η αρχαιολογική υπηρεσία καλείται θεσμικά να προστατεύει την πολιτιστική κληρονομιά, στα μεγάλα έργα η παρέμβασή της πραγματοποιείται συχνά αφού οι βασικές πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί. Υπό αυτές τις συνθήκες, η σωστική ανασκαφή κινδυνεύει να μετατραπεί από προληπτικό μηχανισμό προστασίας σε εκ των υστέρων διαδικασία τεκμηρίωσης, απομάκρυνσης και διαχείρισης των αρχαιολογικών καταλοίπων, διευκολύνοντας την απρόσκοπτη εξέλιξη του έργου.
Μέσα από την εγκληματολογική έννοια του κρατικο-εταιρικού εγκλήματος και την κατηγορία των professional enablers (διευκολυντών), διερευνάται ο τρόπος με τον οποίο η επιστημονική εργασία μπορεί να ενσωματώνεται σε μηχανισμούς παραγωγής κοινωνικής, περιβαλλοντικής και πολιτιστικής βλάβης. Η έννοια αυτή δεν χρησιμοποιείται για να αποδώσει ατομική υπαιτιότητα στους αρχαιολόγους, αλλά για να φωτίσει τις θεσμικές και εργασιακές συνθήκες που περιορίζουν την αυτονομία τους. Οι έκτακτοι αρχαιολόγοι, απασχολούμενοι σε ήδη δρομολογημένα εργοτάξια και εξαρτώμενοι από βραχυχρόνιες συμβάσεις, διαθέτουν ελάχιστα περιθώρια επιστημονικής διαφωνίας, δημόσιας κριτικής ή άρνησης.
Τέλος, η ανακοίνωση συνδέει το ζήτημα αυτό με τον αποκλεισμό των συμβασιούχων από τη δημοσίευση και τον έλεγχο της γνώσης που οι ίδιοι παράγουν. Προτείνει, επομένως, τη συλλογική επαναδιαπραγμάτευση του ρόλου της σωστικής αρχαιολογίας, όχι ως ατομικό ηθικό καθήκον, αλλά ως εργασιακό, επιστημονικό και συνδικαλιστικό αίτημα.
12:30 Σαβίνα Λίτση (αρχαιολόγος), Κική Ευθυμίου (αρχαιολόγος), Ασημίνα Παπαθανασίου (αρχαιολόγος), Ζωρζέτα Θεοφίλου (αρχαιολόγος), Εύα Πολύζου (αρχαιολόγος), Πολιτιστική Κληρονομιά: μία σύγχρονη Ιφιγένεια στο βωμό του κέρδους
Πριν από λίγες ημέρες γίναμε μάρτυρες μίας πρωτοφανούς επίθεσης στο σύνολο της κληρονομιάς μας, με άλλο ένα νέο εκτρωματικό νομοσχέδιο που ψηφίστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Αυτή τη φορά το σφάγιο είναι η Πολιτιστική Κληρονομιά, η διαχείριση της οποίας παραδίδεται στα χέρια του επιχειρείν, με στόχο την εμπορική «αξιοποίηση» και την ανάδειξη της ως σημαντικού «αναπτυξιακού πλεονεκτήματος». Ανάπτυξη όμως, στη γλώσσα του επιχειρηματικού κέρδους, μεταφράζεται στην με συνοπτικές διαδικασίες παράδοση των αρχαιολογικών θέσεων, μνημείων και μουσείων στο αδηφάγο κεφάλαιο για εκμετάλλευσή τους. Σημαίνει ερήμωση ή καταστροφές αρχαιολογικών χώρων, όπως στον Λόφο Παπούρα, στη Μονεμβασιά, στον ισθμό Ιεράπετρας, στο Φάληρο, στο Μετρό Θεσσαλονίκης, στην Ακρόπολη. Συνεπάγεται τον εξευτελισμό και την εκπόρνευση των μνημείων μας, μετατρέποντας τα σε φόντο για πολιτικές φιέστες και χώρους όπου πωλούνται «εμπειρίες», VIP ξεναγήσεις, δεξιώσεις και γκαλά για τους καλοπληρωτές.
Οι αρχαιότητες και τα μνημεία μας, κάθε είδους τεκμήριο πολιτισμού που μας έχουν κληροδοτήσει οι ανθρώπινες κοινωνίες του παρελθόντος, είναι αποτέλεσμα της δραστηριότητας δισεκατομμυρίων ανθρώπων και της συσσωρευμένης πείρας και γνώσης αιώνων. Η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί απόσταγμα ιστορικής μνήμης και γνώσης που τεκμηριώνει την πορεία και την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου, είναι δημόσιο αγαθό που ανήκει σε όλους μας και δεν μπορεί να είναι κτήμα κανενός παρά μόνο της ανθρωπότητας στο σύνολό της. Στόχος αυτής της ανακοίνωσης είναι να καταδείξει την καταιγιστική επίθεση που δέχεται η πολιτιστική κληρονομιά, η επιστήμη και ο πολιτισμός από την κυρίαρχη πολιτιστική πολιτική και να αναδείξει πώς ο δημόσιος χαρακτήρας της αρχαιολογίας και του πολιτισμού δεν μπορεί να συμβαδίσει με τον εμπορευματικό και ιδιωτικό χαρακτήρα, που πολύ απλά σημαίνει ίδιον όφελος μίας μερίδας ενάντια στο όλον.
12:45 Συζήτηση
13:00-13:30 σύντομο διάλειμμα
13:30-15:30 ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (συμμετέχει εκ μέρους του ΣΕΚΑ και συντονίζει ο Κώστας Νικολάου, αρχαιολόγος)
Στάθης Γκότσης (ιστορικός, συγγραφέας), Δημήτρης Πλάντζος (Καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ), Κώστας Ράπτης (Επίκουρος Καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ) «Από τον εντοπισμό του ευρήματος, στην απόδοσή του στην κοινωνία. Πώς φανταζόμαστε μια “άλλη”, διαφορετική αρχαιολογία;»
15:30 Κλείσιμο εργασιών
Τελευταίες ανακοινώσεις
Περισσότερα άρθρα στην κατηγορία: Χωρίς κατηγορία
Αγαπητές και αγαπητοί, Παρακαλούμε βρείτε συνημμένη μια ανοικτή επιστολή, υπογεγραμμένη από συγγραφείς, καλλιτέχνες, ακαδημαϊκούς, μέλη της επιστημονικής κοινότητας και της [...]
Ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων (Σ.ΕΚ.Α.) προκηρύσσει 24ωρη πανελλαδική απεργία για το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, ημέρα κατά την οποία πολλές ακόμη [...]
Ζητάμε από τις Διοικήσεις όλων των ΕΦΑ, αλλά και από όλους τους μόνιμους συναδέλφους μας, να σταθούν δίπλα μας στο αυτονόητο, κόντρα στις αφόρητες πιέσεις που θα μας ασκηθούν καταρχάς από το στρατόπεδο των εργολάβων.
ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΔΙΟΙΚΟΥΣΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΩΝ Σ.ΕΚ.Α. 2021 Σύνθεση νέων Διοικουσών Επιτροπών: Μετά τις εκλογές της 24/10/2021, και τις συγκροτήσεις των Διοικουσών Επιτροπών [...]


