Η προϋπηρεσία του προσωπικού που έχει προσληφθεί και απασχοληθεί σε σωστικές ανασκαφές του Υπουργείου Πολιτισμού σε τεχνικά έργα τρίτων αναγνωρίστηκε με την απόφαση αρ. 27 / 3-10-2005 της Ολομέλειας του ΑΣΕΠ ως προϋπηρεσία στο Υπουργείο Πολιτισμού, με αποτέλεσμα να υπαχθεί το εν λόγω προσωπικό στις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και να καταταγεί σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου:

 

Απόφαση Αρ. 27
Συγκροτήθηκε από τους Γεώργιο Βέη, Πρόεδρο, Νικόλαο Καβαλλιέρο Αντιπρόεδρο, Αγησίλαο Μπακόπουλο Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Μπουκουβάλα, Αδαμάντιο Φαρμάκη, Γεράσιμο Φρούντζο, Φώτιο Μπολόφη, Γεώργιο Πατρινέλη, Μίνωα Μαθιουδάκι, Ευάγγελο Γκουλούση, Παναγιώτη Λάμπο, Ευθύμιο Βελώνια, Βασιλική Κοσμά, Κανελλιώ Σακελλαριάδου, Βασίλειο Γκούβα, Νικόλαο Κωστάκη, Κωνσταντίνο Τράκα, Δημήτριο Μπέικο, Ρίζο Αντωνακόπουλο και Βελισσάρι Καρακώστα, Συμβούλους.
Συνήλθε σε συνεδρίαση στο κατάστημά του την 3 Οκτωβρίου 2005 κατά την οποία χρέη Γραμματέα εξετέλεσε η Ουρανία Σπυροπούλου, υπάλληλος με βαθμό Α΄.
Αντικείμενο της συνεδριάσεως ήταν η υπαγωγή ή μη στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 απασχοληθέντων σε σωστικές ανασκαφές του Υπουργείου Πολιτισμού αρχαιολόγων και ειδικευμένων τεχνιτών, οι οποίοι είχαν προσληφθεί με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψαν με τρίτα πρόσωπα (εργολάβους εκτελέσεως δημοσίων ή ιδιωτικών έργων) κατόπιν υποδείξεως των αρμόδίων Υπηρεσιών του προαναφερομένου Υπουργείου.
Η Ολομέλεια αφού άκουσε την πρόταση του μέλους της Νικολάου Κωστάκη, που είχε ορισθεί εισηγητής, καθώς και τις απόψεις που εξετέθησαν από τα υπόλοιπα μέλη, αποφάσισε ως ακολούθως:
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 3 εδ. γ’ και 11 του ΠΔ 164/2004, που εκδόθηκε προς τον σκοπό προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά το προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέως προς την Οδηγία της 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 υπάγεται, εφ’ όσον συντρέχουν και οι οριζόμενες λοιπές προϋποθέσεις, το προσωπικό που απασχολείται στους φορείς του δημοσίου τομέως, όπως αυτός οριοθετείται στο άρθρο 3, καθώς και το προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίον απασχολείται με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξηρτημένης εργασίας. Από τις παρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση υπαγωγής του προαναφερομένου προσωπικού στις εισαχθείσες με το άρθρο 11 εξαιρετικές ρυθμίσεις αποτελεί η πραγματική απασχόλησή του κατά το οριζόμενον χρονικό διάστημα, αλλά και η νομική σύνδεση αυτού με τους φορείς στους οποίους παρείχε τις υπηρεσίες του με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ή έργου ή με άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέσεις εξηρτημένης εργασίας. Τέτοια σύνδεση δεν υφίσταται όταν το ανωτέρω προσωπικό προσλαμβάνεται με συμβάσεις εργασίας από πρόσωπα που είχαν συμβληθεί με φορείς του δημοσίου τομέως με συμβάσεις εργολαβίας και βάσει αυτών ανέλαβαν την υποχρέωση να εκτελέσουν το αναληφθέν έργον με ιδικόν των προσωπικό, διότι στις περιπτώσεις αυτές το προσωπικό αυτό δεν ευρίσκεται σε νομική σύνδεση με τους φορείς, αφού εργοδότες των ήσαν οι εργολάβοι, οι οποίοι κατέβαλαν τις πάσης φύσεως αποδοχές του, είχαν τα δικαιώματα των εργοδοτών και υπείχαν τις εκ της ιδιότητός των αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις. Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση κατά την οποία στα πλαίσια ενός δημοσίου ή ιδιωτικού τεχνικού έργου. εκτελουμένου από αναδόχους, εργολάβους ή άλλους κατασκευαστές, ανακύψει ανάγκη ειδικών εργασιών που εκτελούνται, σύμφωνα με τον νόμο, υπό την επιστημονική διεύθυνση και ευθύνη φορέων του δημοσίου τομέως με ειδικευμένο προσωπικό, το οποίο προσλαμβάνεται μεν από τον εργολάβο ή τον κύριο του έργου, αλλά κατόπιν ονομαστικής υποδείξεως των αρμοδίων υπηρεσιών του δημοσίου φορέως που καθορίζουν το χρονοδιάγραμμα, τον προϋπολογισμό και τον χώρο των εργασιών αυτών, βαρύνονται με την τελική χρηματοδότησή των, ασκούν άμεση εποπτεία επί των απασχολουμένων σε αυτές και υποδεικνύουν την απόλυσή των.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 εδ. στ’ , 36 και 37 νόμου 3028/2002 «για την προστασία των αρχαιοτήτων και της εν γένει πολιτιστικής κληρονομιάς», 6, 9, και 10 του ΠΔ 99/1992, προκύπτουν τα εξής: Η ανασκαφή για την διάσωση μνημείου που αποκαλύπτεται κατά την εκτέλεση στρώματος, ανασκαφές, αποτυπώσεις, φωτογραφική και σχεδιαστική. αποτύπωση, συντήρηση και. ανάδειξη ευρημάτων, φύλαξη ανασκαφικών χώρων, αμοιβές του απαιτουμένου προσωπικού κλπ βαρύνουν τον κύριο του τεχνικού έργου και αποδίδονται σε αυτόν με την υποβολή των νομίμων παραστατικών στοιχείων και δικαιολογητικών. Αφού συμπληρωθούν οι προβλεπόμενες νόμιμες ενέργειες και διατυπώσεις συντάσσεται μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ του κυρίου του τεχνικού έργου και της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων, στο οποίον καθορίζονται, εκτός άλλων, η έναρξη της ανασκαφικής ενέργειας, η διάρκειά της, το περιεχόμενον αυτής, ο προϋπολογισμός και η πηγή χρηματοδοτήσεως, εν συνεχεία δε καταρτίζεται η σχετική σύμβαση μεταξύ της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων, του κυρίου του έργου και του αναδόχου. Το απαιτούμενο για την εκτέλεση των σωστικών ανασκαφών έκτακτο ειδικευμένο προσωπικό, που αποτελείται από αρχαιολόγους και ειδικευμένους τεχνίτες, προσλαμβάνεται κατόπιν έγγραφης εντολής του προϊσταμένου της ως άνω Εφορείας, στην οποία κατονομάζονται τα μέλλοντα να προσληφθούν πρόσωπα και απολύεται επίσης κατόπιν έγγραφης εντολής της Εφορείας αυτής μετά την ολοκλήρωση της εργασίας που τους είχε ανατεθεί (βλ. περί όλων αυτών την υπ’ αριθμ. 6418/27-5-2003 εγκύκλιο του Υπουργείου Πολιτισμού, η οποία, ερμηνεύουσα τις προαναφερόμενες διατάξεις, διαγράφει λεπτομερώς την διαδικασία των σωστικών ανασκαφών σε τεχνικά έργα τρίτων, καθώς και φωτοαντίγραφα σχετικών συμβάσεων και εγγράφων). Υπό τα δεδομένα αυτά η σχέση μεταξύ του υπό τους ανωτέρω όρους απασχοληθέντος ειδικευμένου προσωπικού δεν αποτελεί σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ή έργου με τον κύριο του τεχνικού έργου ή τον ανάδοχο. Και τούτο διότι, εκτός από την τυπική πρόσληψη και αμοιβή του, η οποία καταβάλλεται μεν από τον εργολήπτη, εν τέλει όμως αποδίδεται από το Δημόσιον, δοθέντος ότι υπολογίζεται στην δαπάνη του έργου, όλα τα λοιπά κρίσιμα στοιχεία συνηγορούν υπέρ της σχέσεως εξηρτημένης εργασίας με το Υπουργείο Πολιτισμού, Επομένως το χρονικό διάστημα υπηρεσίας του εν λόγω προσωπικού, που διανύθηκε με συμβάσεις για την πραγματοποίηση σωστικών ανασκαφών, πρέπει να λογισθεί ως χρόνος απασχολήσεως στο ανωτέρω Υπουργείο με σχέση εξηρτημένης εργασίας και εφ’ όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, να κριθεί ότι είναι δυνατή η μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου.
Κατά την γνώμη όμως του Αντιπροέδρου Αγ. Μπακόπουλου και των Συμβούλων Κ. Μπουκουβάλα, Αδ. Φαρμάκη, Γ. Φρούντζου, Γ. Πατρινέλη και Κ. Τράκα, το Π.Δ. 164/2004 που προβλέπει την υπό προϋποθέσεις μετατροπή των συμβάσεων εις αορίστου χρόνου, δεν έχει εφαρμογή στις υπό κρίσιν κατηγορίες συμβασιούχων διότι εργοδότης εν προκειμένω δεν είναι το Δημόσιο (Υπουργείο Πολιτισμού) αλλά οι εργολήπτες.
Πράγματι, η δημιουργηθείσα μεταξύ Υπουργείου Πολιτισμού, εργοληπτών και απασχολουμένων μισθωτών σχέση, συνιστά ιδιότυπη σχέση αποκαλούμενη από την θεωρία και την νομολογία «τριμερής σχέση εκ παροχής εργασίας» κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί διορίζονται ή προτείνονται μεν από την δημόσια αρχή η οποία ασκεί και την επ’ αυτών εποπτείαν η εργασιακή όμως σχέση δημιουργείται μεταξύ αυτών και του φυσικού εργοδότη που είναι ο εργολήπτης για λογαριασμό του οποίου παρέχουν πράγματι οι εργαζόμενοι αυτοί τις υπηρεσίες τους.
Η ανάμειξη της δημοσίας αρχής (εν προκειμένω Υπουργείο Πολιτισμού) απορρέει από το γεγονός ότι οι υπηρεσίες που προσφέρονται από αυτήν την κατηγορία εργαζομένων εμπλέκονται με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, συνιστάμενο στη διαφύλαξη και διάσωση των αρχαιοτήτων που αποτελεί και τον λόγο για τον οποίο το απασχοληθησόμενο με τα έργα αυτά προσωπικό πρέπει να τοποθετείται με πρωτοβουλία και ευθύνη του Υπουργείου Πολιτισμού, γνωστού, άλλωστε, όντος ότι τέτοιας μορφής και καταρτίσεως προσωπικό δεν μπορεί να ανευρεθεί στην ελεύθερη αγορά
Το ίδιο εξ άλλου συμβαίνει και με άλλες παρόμοιες περιπτώσεις όπου προέχει η προστασία του δημοσίου συμφέροντος όπως λ.χ. είναι οι πρόσθετοι αστυφύλακες ή οι δασολόγοι και. δασοφύλακες που διορίζονται από τη δημόσια αρχή για προφανείς λόγους δημοσίου συμφέροντος (δημόσια ασφάλεια, προστασία δασών) όπου όμως, παρά την ανάμειξη της δημοσίας αρχής, πραγματικοί εργοδότες παραμένουν αυτοί για λογαριασμό των οποίων παρέχουν τις υπηρεσίες τους, δηλαδή στις εν λόγω περιπτώσεις, ως προς τους προσθέτους αστυφύλακες η πρόταση ή υπόδειξη γίνεται από το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως εργοδότες όμως είναι εκείνοι υπέρ των οποίων παρέχεται η ασφάλεια, ως προς δε τους δασολόγους και δασοφύλακες η πρόταση ή υπόδειξη γίνεται από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, εργοδότες όμως είναι οι δασοκτήμoνες, οι οποίοι ασκούν το διευθυντικό δικαίωμα, καταβάλλουν τις αμοιβές, ενάγουν και ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων κ.λ.π.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση εργοδότης είναι η εκάστοτε εταιρεία, η οποία προσέλαβε τους εργαζομένους και η οποία τους απέλυσε όταν έληξε το έργο ή τους εχρησιμοποίησε στην εκτέλεση άλλου, που δεν έχει σχέση με το Υπουργείο Πολιτισμού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Η Ολομέλεια αποφαίνεται, κατά πλειοψηφία, ότι το προσωπικό που έχει προσληφθεί και απασχοληθεί σε σωστικές ανασκαφές του Υπουργείου Πολιτισμού σε τεχνικά έργα τρίτων, υπό τους όρους που εκτίθενται στο σκεπτικό, υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004.
Ο Πρόεδρος
Γεώργιος Βέης
Η Γραμματέας
Ουρανία Σπυροπούλου

Κατηγορίες: Νομοθεσία

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Διαδώστε το

Περισσότερα άρθρα στην κατηγορία: Νομοθεσία